«Η επιτελεστικότητα επομένως δεν είναι ένα μοναδικό "ενέργημα", διότι είναι πάντοτε μια επανεπιβεβαίωση κάποιου κανονιστικού προτύπου ή συνόλου από κανονιστικά πρότυπα, και στο βαθμό που προσκτάται στο παρόν ένα στάτους όπως αυτό του ενεργήματος, αποκρύπτει ή μεταμφιέζει τις συμβάσεις των οποίων είναι επανάληψη. Επιπλέον το ενέργημα αυτό δεν είναι κυρίως θεατρικό· πράγματι, η φαινομενική θεατρικότητά του παράγεται στο βαθμό που η ιστορικότητά του παραμένει μεταμφιεσμένη (και, αντίστροφα, η θεατρικότητά του αποκτά έναν ορισμένο χαρακτήρα αναπόφευκτου δεδομένου ότι είναι αδύνατο να αποκαλυφθεί πλήρως η ιστορικότητά του). Στο πλαίσιο της θεωρίας των ομιλιακών ενεργημάτων, επιτελεστική είναι εκείνη η πρακτική σε επίπεδο λόγου που θεσπίζει ή παράγει εκείνο το οποίο ονοματίζει.»
Στο απόσπασμα από την εισαγωγή του Bodies That Matter [Σώματα με σημασία] (1993), το Judith Butler [Τζούντιθ Μπάτλερ] ορίζει την επιτελεστικότητα ως επαναλαμβανόμενη παράθεση κανονιστικών προτύπων και όχι ως μεμονωμένο, εκούσιο ενέργημα. Η επανάληψη αυτή αποκρύπτει την ιστορικότητα των συμβάσεων και τις κάνει να φαίνονται φυσικές. Το Butler ξεχωρίζει επίσης ρητά την επιτελεστικότητα από τη θεατρικότητα: η θεατρικότητα του ενεργήματος είναι φαινομενική και προκύπτει ακριβώς από την απόκρυψη της ιστορικότητάς του.
Butler, J. (2004). «Σώματα που έχουν σημασία: Σχετικά με τα όρια του “φύλου” σε επίπεδο λόγου» (Κ. Αθανασίου, Κ. Καψαμπέλη, Μ. Κονδύλη & Θ. Παρασκευόπουλος, Μετ.). Στο Δ. Μακρυνιώτη (Επιμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις (σ. 195). Αθήνα: Νήσος.